Σε καρδιά που αναπνέει ανοιγμένη στο άχρονο της αγάπης
ασύλληπτο της οδύνης το μέγεθος.
Πενθώ και δε με ορίζω, στο λαιμό δεμένη. Με σημαδεύω κι αστοχώ,
στο λαιμό κομμένη.
Μέχρι το τέλος αγγίζω την οδύνη κι έρχεται ένα τραγούδι βροχή
να ξεπλύνει το μαύρο, μιλημένο σε σκοτεινή καρδιά καταιγίδας.
Μεταγγίζει ζωή, μα μόλις ανοιγοκλείνουν μάτια.
Μια βροχή σαν ανοιξιάτικος θρήνος, επιτάφιος, έαρ μου.

Ω πώς ύψωσες τόσο ψηλά τους φράχτες σου να με στεφανώνουν τα αγκάθια τους;

Ακολουθώντας την έμπνευση του νου συνθλίβω την καρδιά, ψάχνω έναν μίτο να βγω απ’ τον λαβύρινθο της ψευδαίσθησης που μέσα του με έριξε των σπλάχνων η αγωνία να ξαναβρώ τον παράδεισο της αγάπης .

Ήρθες να με οδηγήσεις ξανά σε ομιχλώδη μονοπάτια και προτού καταλάβω καλά καλά τι συμβαίνει μια λατρεία χωρίς όρια πλημμύρισε το είναι μου και στράφηκε σε σένα που ξανάφερες στο σήμερα αγιάτρευτα κομμάτια της ζωής μου, μιας ζωής που διατήρησα τότε σε θερμοκρασία κάτω του μηδενός.
Πορεύομαι σαν παγοθραύστης στο τώρα μου, νερό κυλάει ανάμεσα σε θραύσματα πάγου, νερό και ζωντανεύουν τα κύτταρα σ’ ένα καινούριο σώμα αναστημένο.
Λιώνοντας βρίσκομαι σε ένα άλλο επίπεδο δύναμης, όμως πώς να διαχειριστώ τον πόνο σ’ ένα ζεστό κορμί;
Αμφιταλαντεύομαι κάποτε, μα κάθε βήμα με οδηγεί στην έξοδο. Ωστόσο ακόμα βαδίζω σε σκοτεινό μονοπάτι.
Ήρθες μαζί με μιαν αντάρα.
Ταράζονται φλέβες στην καρδιά της γης, λάβα ξεχύνεται καυτή στο δέρμα.
Συνδέομαι μαζί σου κι από άλλες διαδρομές.
Άοπλη στέκομαι, δεν έχει άλλα βέλη η φαρέτρα μου.

Στα ακρογιάλια μάτια σου
άγρια θάλασσα
χόρευα τον αφρό μου

Τώρα σωπαίνω
πιασμένη στην αύρα σου
με ένα φτερούγισμα πουλιού στο δέρμα
από το χθεσινό σου άγγιγμα,
να κουρντίζει χορδές μιας αρχαίας θλίψης

Τώρα περιμένω
άγαλμα σπασμένο, φιλί τριανταφυλλί
σε σεντόνι ανατολής τυλιγμένο
βυθισμένο στα νερά σου

Ποιο φως
τα κομμάτια του παζλ θα αποκαλύψει
λευτερώνοντας αυτή την αγάπη απ’ τα δεσμά της,
άλλη να μην υπάρξει νύχτα;

Advertisements